Για την εισαγωγή των πράσινων φόρων

09/12/2009 - 12:59

Η δεκαετία 1990 ήταν καθοριστική για την εισαγωγή των περιβαλλοντικών φόρων στην Ευρώπη. Το 1993, ο τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής J. Delors παρουσίασε τη Λευκή Βίβλο για την Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα και Απασχόληση, όπου η ιδέα της εισαγωγής τέτοιων φόρων έβρισκε ένθερμη υποστήριξη. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι το όφελος που θα προέκυπτε ήταν διπλό (double divident): ενίσχυση της απασχόλησης και προστασία του περιβάλλοντος. Αρκετά κράτη (Δανία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Γερμανία), την ίδια χρονική περίοδο, προχώρησαν προς μια περιβαλλοντική φορολογική μεταρρύθμιση. Δηλαδή υιοθέτησαν φορολογικά μέτρα που είτε επιδιώκουν τη μείωση ή κατάργηση επιδοτήσεων κάθε μορφής που εξυπηρετούν μη φιλικές προς το περιβάλλον καταναλωτικές συμπεριφορές, ή είτε, αναδιαρθρώνουν τους υπάρχοντες φόρους με φιλοπεριβαλλοντικά κριτήρια ή εισάγουν εξ’ αρχής νέους φόρους. Αυτοί οι νέοι φόροι επιβάλλονται κυρίως στη ρύπανση, ιδίως στις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα, στη διάθεση των απορριμμάτων και σε αγαθά. Η τάση αυτή ακολουθήθηκε και από τα κράτη της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004.

Στην τρέχουσα δεκαετία, το ενδιαφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση των πράσινων φόρων στα κράτη μέλη εκφράστηκε ποικιλότροπα. Έτσι, μια από τις βασικές αρχές της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Αειφόρο Ανάπτυξη (Gothenburg 2001) είναι το ότι, οι τιμές πρέπει να αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κόστη των προϊόντων και των υπηρεσιών. Στο τομέα της φορολογίας της ενέργειας, το 2003 υιοθετήθηκε η οδηγία 2003/96/ΕΚ (Energy Tax Directive), η οποία καθορίζει τον τρόπο και το ύψος φορολόγησης των ενεργειακών προϊόντων και του ηλεκτρισμού. Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κειμένου της οδηγίας αναφέρεται ότι: «Ως συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης Πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει επικυρώσει το Πρωτόκολλο του Κιότο. Η φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και, όπου χρειάζεται, της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί ένα εκ των διαθέσιμων μέσων προς επίτευξη των στόχων του Πρωτοκόλλου του Κιότο.». Το 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τη Πράσινη Βίβλο για τη χρήση των οικονομικών μέσων για το περιβάλλον και τις συναφείς πολιτικές. Σκοπός της πρωτοβουλίας αυτής είναι η εναρμόνιση της φορολογίας της ενέργειας με την κοινοτική πολιτική για την κλιματική αλλαγή και εξοικονόμηση της ενέργειας, καθώς και με την πολιτική για την εμπορία αδειών εκπομπών ρύπων. Τέλος, στις 2 Απριλίου 2008, η Επιτροπή υιοθέτησε κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος. Σκοπός αυτών των οδηγιών είναι η προστασία παράλληλα με την αποφυγή νόθευσης των κανόνων του ανταγωνισμού.

Τα τρία τέταρτα των συνολικά εισπραττομένων ποσών από τους περιβαλλοντικούς φόρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέρχονται από τους φόρους στην ενέργεια. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat ο κύριος όγκος αυτών των εσόδων προέρχεται από τη φορολόγηση των καυσίμων και πολύ πιο λιγότερο από άλλες πηγές ενέργειας όπως ο ηλεκτρισμός. Σημαντικά είναι τα έσοδα από τους φόρους στις μεταφορές, ενώ τα έσοδα από τους φόρους στη ρύπανση και τους φυσικούς πόρους είναι λίγα, το 4% των συνολικών εσόδων. Χώρες όπου τα έσοδα από τους πράσινους φόρους παρουσιάζουν αξιοσημείωτες τάσεις είναι η Δανία, η Σουηδία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Εσθονία, η Λεττονία, η Ολλανδία, η Αυστρία, η Πολωνία και η Σλοβακία.

Στην Ελλάδα, η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένη πρόταση για μια περιβαλλοντική φορολογική μεταρρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης μειώνεται από το 44% στο 24% και τα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους αυξάνονται από το 7% που είναι σήμερα (προερχόμενα κυρίως από τη φορολογία των καυσίμων) στο 18% των συνολικών εσόδων. Η πρόταση της Ελληνικής Εταιρείας προβλέπει την επιβολή φόρων στην ενέργεια (προϊόντα πετρελαίου και ηλεκτρισμός), στις μεταφορές (τέλη κυκλοφορίας, τέλη ταξινόμησης, τέλη διοδίων), στη ρύπανση (πλαστική σακούλα, λιγνίτης, φυτοφάρμακα, λιπάσματα) και στους φυσικούς πόρους (νερό, λατομεία, δόμηση).

Η πολιτική για την προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί ευκαιρία για την αναδιάταξη της φορολογίας προς την κατεύθυνση της αναζήτησης νέων πηγών δημοσίων εσόδων, που αντισταθμίζουν τις απώλειες από την κατάργηση άλλων που κρίνονται πλέον ως στρεβλωτικοί. Παράλληλα, οι πράσινοι φόροι επιβαλλόμενοι μόνοι ή, σε συνδυασμό με άλλα οικονομικά μέσα συνιστούν ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την άσκηση περιβαλλοντικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εστιάσει πλέον ξεκάθαρα προς αυτή την κατεύθυνση.

 
 

print $closure